Φτάνω στις έξι το πρωί στο αεροδρόμιο Σόνεφελντ του Βερολίνου για μια ακόμα πτήση με την Wizz Air. Ο προορισμός αυτή τη φορά είναι η πόλη Λβιβ στην Ουκρανία, που έχει άλλαξει κάμποσα ονόματα μέσα στους αιώνες, ανάλογα με τον εκάστοτε κατακτητή. Τα τελευταία χρόνια η Λβιβ ανακαινίζεται και γίνεται το πολιτιστικό κέντρο της Ουκρανίας, με πλήθος εκδηλώσεων. Βρίσκεται κοντά στα σύνορα με την Πολωνία κι όλοι μιλούν για μια ιδιαίτερα ζωντανή πόλη.

Όπως και στο ταξίδι στο Κισινάου, το αεροπλάνο της Wizz Air είναι πεντακάθαρο και το πλήρωμα ευγενικό. Η πτήση θα διαρκέσει περίπου μιάμιση ώρα κι η καμπίνα είναι δροσερή. Κάθομαι αναπαυτικά στην έξοδο κινδύνου, στο παράθυρο, και κοιτάζω τη Γερμανία να μένει πίσω. Το πλήρωμα σερβίρει ποτά και φαγητά σε λογικές τιμές. Έπειτα, όταν αργότερα μπαίνουμε στην Ουκρανία, αντικρύζω ατελείωτες πεδιάδες. Από ψηλά, η εντύπωση της Λβιβ είναι συγκεχυμένη: σκόρπια σπίτια σε μια αγροτική έκταση, που πυκνώνουν όσο πλησιάζουμε στο αεροδρόμιο.

Η προσγείωση γίνεται κάτω από έναν γαλάζιο ουρανό κι όταν το αεροπλάνο της Wizz Air σταθμεύει, εμφανίζεται στ’ αριστερά ένα μοντέρνο αεροδρόμιο από ατσάλι και γυαλί. Έχει αρκετή ζέστη και μέχρι να πάρω την βαλίτσα και να περάσω τον έλεγχο των διαβατηρίων, παρατηρώ τα πρόσωπα γύρω μου, δίχως ωστόσο να μπορώ να βγάλω ασφαλές συμπέρασμα για την ανθρωπογεωγραφία της πόλης. Αλλάζω χρήματα σ’ ένα γκισέ πριν την έξοδο (ενενήντα ευρώ για τέσσερις γεμάτες μέρες, που θα αποδειχθούν πολλά) και ρωτάω έναν αστυνομικό πώς μπορώ να φτάσω στην πόλη. Μου δείχνει ένα στέγαστρο έξω απ’ το αεροδρόμιο κι ένα μικρό λεωφορείο που περιμένει εκεί.

Η γυναίκα στο λεωφορείο για την Λβιβ

Οι ντόπιοι της Λβιβ

Το λεωφορείο απ’ το αεροδρόμιο της Λβιβ για την πόλη κοστίζει 12 σεντς. Έχει πράσινα καθίσματα κι έναν σχεδόν αρχαϊκό τρόπο ακύρωσης του εισιτηρίου: μοιάζει μ’ ένα κίτρινο συρραπτικό καρφωμένο ανάμεσα στα παράθυρα. Βάζω το εισιτήριο και το πατάω διστακτικά. Οι Ουκρανοί, αντίθετα, το πατούν με τόση μανία που τα παράθυρα τρίζουν. Όπως σε κάθε πόλη, οι ντόπιοι έχουν λιγότερη υπομονή με την καθημερινότητα απ’ ότι οι επισκέπτες.

Απέναντί μου, κάθεται μια εξαιρετικά εύσωμη γυναίκα, γύρω στα πενήντα. Φοράει μια λουλουδάτη μπλούζα και κάθε τόσο σφουγγίζει το μέτωπό της μ’ ένα μαντήλι. Είναι μια απρόσμενη καλοκαιρινή μέρα στα τέλη του Μάη κι οι τουρίστες φτιάχνουν βεντάλιες με τους χάρτες της πόλης. Η γυναίκα με σημαδεύει μ’ ένα παχουλό δάχτυλο και μου κάνει νόημα -περιστρέφοντας απανωτές φορές τον καρπό- να της πω από πού είμαι. «Ελλάδα», της λέω. Αφήνει ένα μακρόσυρτο «Α» κι έπειτα βγάζει απ’ την τσάντα της ένα κόκκινο ημερολόγιο, που οι μέρες του αντιστοιχούν σε κάποιο μακρινό παρελθόν. «Απαρταμέντε Γκρέτσια», τιτιβίζει κάμποσες φορές. Της κάνω νόημα ότι δεν καταλαβαίνω, κι ύστερα μου δείχνει τον εαυτό της, τη βέρα της και γράφει τον αριθμό 30 σε μια σελίδα. «Απαρταμέντε Γκρέτσια». Αυτό που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι θέλει να έρθει για έναν μήνα στην Ελλάδα με τον σύζυγό της.

Μου δίνει στο τέλος το ημερολόγιο. «E-mail», διατάζει και της γράφω μια διεύθυνση που τη χρησιμοποιούσα παλιά. «Τελεφόν», λέει μετά. Δεν δίνω ποτέ τον πραγματικό αριθμό μου σε τυχαίες γνωριμίες επειδή μέσα στα χρόνια οι ενοχλητικοί πληθαίνουν, και πάντα ανακατεύω τα νούμερα. Της λέω να μου γράψει e-mail στ’ αγγλικά. «Απαρταμέντε Γκρέτσια», ξαναλέει.

Ο πρώτος ένοικος του Bank Hotel

Το λεωφορείο σταματάει στο Πανεπιστήμιο, ένα επιβλητικό κτήριο στις παρυφές της παλιάς πόλης. Απέναντί του, το πάρκο με το άγαλμα του Ιβάν Φράνκο και την πυκνή βλάστηση που του σκιάζει το πρόσωπο. Οι ντόπιοι ξαπλώνουν στο γρασίδι φορώντας λιγοστά ρούχα κάτω απ’ τον ήλιο. Είναι Κυριακή πρωί κι η Λβιβ μοιάζει ακίνητη: είμαι ο μόνος που περπατάει στο δρόμο, οι κάτοικοι δεν σαλεύουν και μοιάζουν με ημιτελή αγάλματα. Μέχρι να φτάσω στο ξενοδοχείο, αισθάνομαι ότι παραβιάζω κάποιο πρωτόκολλο ησυχίας εξαιτίας της μικρής βαλίτσας που σέρνω πίσω μου. Καθώς περπατάω, αναρωτιέμαι αν ο θόρυβος της τροχήλατης βαλίτσας είναι τελικά ο ήχος του 21ου αιώνα.

Το Bank Hotel είναι ένα καινούργιο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης, που στεγάζεται στο κτήριο μιας παλιάς τραπέζας. Έχει μόλις ανοίξει τις πόρτες και πληροφορούμαι ότι είμαι ο πρώτος επισκέπτης. Καθώς τα εγκαίνια είναι προγραμματισμένα για την επόμενη εβδομάδα, θα διανυκτερεύσω ολομόναχος στο εφταόροφο κτίσμα. Θα υπάρχει μόνο ένας ρεσεψιονίστας στο ισόγειο, τον οποίο θα μπορώ να καλέσω ανά πάσα στιγμή, ενώ το πρωινό θα σερβίρεται στο δωμάτιο. Είναι μια παράξενη συνθήκη κι αισθάνομαι κάποιο είδος αμηχανίας. Υπάρχει μια τελευταία δουλειά να γίνει πριν ανοίξει το ξενοδοχείο επίσημα, να καρφωθούν στις πόρτες οι αριθμοί των δωματίων. Φτάνοντας στον τελευταίο όροφο, βλέπω τρία χρυσά μπαλόνια να γράφουν «708» έξω από μια πόρτα. Είναι το δωμάτιο που θα μείνω: τα παράθυρα στο ταβάνι κοιτούν τον ουρανό και ό,τι μπορώ να δω απ’ την πόλη είναι οι τρούλοι των εκκλησιών.

Η έξαψη της περιπλάνησης είναι πάντοτε έντονη όταν αφήνω τη βαλίτσα σ’ ένα ξενοδοχείο και βγαίνω στην πόλη. Κλειδώνει κανείς σ’ ένα ανώνυμο δωμάτιο τα τελευταία πράγματα της καθημερινότητας που τον έχει ακολουθήσει στο ταξίδι.

Στην καρδιά της πόλης

Η παστέλ καρδιά της Λβιβ ξεκινά διακόσια μέτρα παρακάτω, εκεί όπου το συντριβάνι μαγνητίζει ιδρωμένους ανθρώπους. Βρίσκεται μπροστά απ’ τη Λυρική Σκηνή, όπου οι κάτοικοι συναντιούνται, κοιτάζονται και παρακολουθούν το θρόισμα των φύλλων. Διασχίζει κανείς μια αλέα όπου τα παγκάκια μοιάζουν περισσότερα απ’ τα δέντρα -και στα πιο σκιερά απ’ αυτά, οι μεσήλικες παίζουν σκάκι. Σε κάθε ζευγάρι σκακιστών αντιστοιχεί ένα μικρό τσούρμο από θεατές: οι πιο προσηλωμένοι απ’ αυτούς σπουδάζουν τη σκακιέρα με τα χέρια δεμένα πίσω απ’ την πλάτη, ενώ για τους εξωστρεφείς, αυτούς που προτείνουν μεγαλόφωνα κινήσεις κι αστειεύονται με ξεθυμασμένα χωρατά, αυτές οι παρτίδες είναι ο τρόπος τους να μετατοπίσουν το ενδιαφέρον των υπολοίπων απ’ την παρτίδα στην προσωπικότητά τους.

Εκείνη την ημέρα, στην μικρή πλατεία με το άγαλμα του ποιητή Τάρας Σεβτσένκο, υπάρχει μια σύναξη γηραιών και νεαρών ενστόλων. Ο ποιητής, του οποίου άγαλμα υπάρχει και στην Υπερδνειστερία, μοιάζει να επιβλέπει τη γιορτή απ’ το βάθρο του. Οι ουκρανικές σημαίες ανεμίζουν, ένα μικρό τανκ παρκάρει σε μια άκρη για να το περιεργαστεί ο κόσμος και τα ψηλά κορίτσια φορούν παραδοσιακές φορεσιές. Σ’ όλες τις μεγάλες συγκεντρώσεις έχω την τάση να πέφτω πάνω σε ανθρώπους που δεν μπορώ να συνεννοηθώ. Είναι συμπαθητικές φιγούρες που άλλοτε έχουν πιει λίγο παραπάνω, άλλοτε έχουν αναπτύξει μια εμμονή που τους βασανίζει νυχθημερόν, κι άλλοτε είναι γεμάτοι διάθεση για συναναστροφή αρκεί να μιλούν μόνο οι ίδιοι. Ο άντρας που μου πιάνει κουβέντα είναι γύρω στα σαράντα κι έχει θλιμμένα γαλάζια μάτια. Με κοιτάζει και περιεργάζεται επίμονα το πουκάμισό μου, κάτι του κάνει εντύπωση. Σχετικά εύκολα βγάζει το πόρισμα ότι είμαι Καναδός. Οι Ουκρανοί είναι ένα απ’ τα μεγάλα εθνοτικά γκρουπ του Καναδά, και τον ρωτάω αν έχει οικογένεια στο Τορόντο ή κάπου αλλού. Δεν τον ενδιαφέρει να μου πει κάτι γι’ αυτόν, θέλει να μάθει αν μπορώ να του δώσω λεφτά, αν μπορώ να του δώσω τη φωτογραφική μου μηχανή, αν έχω άλλο ίδιο πουκάμισο να του χαρίσω. Όσο κι αν προσπαθώ να του πω ότι δεν είμαι απ’ τον Καναδά, εκείνος δεν ακούει. Του δίνω τελικά τριάντα γρίβνια και τότε χτυπάει την καρδιά του και λέει, «Ευχαριστώ, Καναδά».

Το όνειρο του ταξιδιού

λβιβ

Μια άλλη μέρα, χαζεύω ένα δημόσιο τηλέφωνο μέσα σε ξύλινο κουβούκλιο. Έχω να δω τέτοιο απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ’80 σε αγροτικές περιοχές της Ελλάδας, ωστόσο εδώ, στέκεται στο κέντρο της Λβιβ, πλάι σ’ ένα κατάστημα με νυφικά. Δυο περαστικές γυναίκες αναρωτιούνται τι μου έχει κάνει εντύπωση και τους εξηγώ. Με ρωτούν έπειτα πώς ήρθα στην Λβιβ. «Αεροπορικώς, απ’ το Βερολίνο», λέω. «Αχ», αναστενάζει μία απ’ αυτές, «μακάρι να μπορούσαμε να ταξιδέψουμε. Είναι τόσο μεγάλο το κόστος, που για να μπορέσουμε να ταξιδέψουμε πρέπει να κάνουμε ωτοστόπ μέχρι την Πολωνία κι από εκεί να βρούμε μια φτηνή πτήση για κάπου». Την ρωτάω αν οι μισθοί είναι τόσο χαμηλοί για όλους. «Για να καταλάβεις», λέει, «ένας γιατρός παίρνει κάτι λιγότερο από διακόσια ευρώ το μήνα».

Απαρταμέντε Γκρέτσια, Καναδάς, το όνειρο του ταξιδιού. Σε χώρες φτωχές όπως αυτή, τα αγάλματα των ηρώων είναι τεράστια για να μοιράζουν κουράγιο, ίδιας ποιότητας κουράγιο -έστω και σε μικρότερες ποσότητες- μ’ αυτό που δίνει η παρουσία ενός επισκέπτη. Ο ξένος γίνεται ένα παλίμψηστο που πάνω του εγγράφονται οι προσδοκίες και τα όνειρα μιας αλλιώτικης ζωής, ευκολότερης και μάλλον πιο ξέγνοιαστης. Όλοι οι ντόπιοι που μιλάω ονειρεύονται τη θάλασσα, κι η πιο προσιτή παραλία απέχει πολλές ώρες και βρίσκεται στην Οδησσό. Από τον τρόπο που μιλάνε, καταλαβαίνω ότι μέσα τους έχουν διατρέξει αυτή την παραλία εκατοντάδες φορές, δίχως ποτέ να δουν το τέλος της.

Ζεστό κρασί στο λόφο

Το άγαλμα του Ποσειδώνα στέκεται στη μέση ενός συντριβανιού κι αποτελεί ένα απ’ τα σημεία συνάντησης των κατοίκων. Βλέπει κανείς ολόγυρα καφέ κι εστιατόρια, που μέσα στην απρόσμενη ζέστη έχουν απλώσει τις καρέκλες και τα τραπέζια τους όπου υπάρχει χώρος. Τα τραμ ανεβοκατεβαίνουν μπροστά απ’ το άγαλμα και το πλακόστρωτο τσουρουφλίζει τα βήματα.

Απ’ αυτό το σημείο ξεκινάει ο δρόμος για το κάστρο της Λβιβ, που βρίσκεται πάνω σ’ έναν λόφο κι είναι το ψηλότερο σημείο της πόλης. Είναι μια ανηφορική διαδρομή που διαρκεί περισσότερη από μισή ώρα και βρίσκεται σε υψόμετρο τετρακοσίων μέτρων. Το βουητό της πόλης μένει σιγά σιγά πίσω κι ο φιδίσιος δρόμος οδηγεί αρχικά στην είσοδο ενός πάρκου. Ένα ασθενοφόρο έχει σταματήσει εκεί, κάποιος έχει λιποθυμήσει απ’ τη ζέστη κι ένα περαστικό τσούρμο αδειάζει μπουκάλια με νερό στο κεφάλι του.

Απ’ την είσοδο του πάρκου και μετά ακολουθώ έναν ανηφορικό χωματόδρομο που σε κάποια στιγμή μετατρέπεται σε σκαλιά. Δύο έφηβοι φωνάζουν στον κόσμο να κάνει στην άκρη: τρέχουν με τα ποδήλατά πάνω στα σκαλιά με μεγάλη ταχύτητα. Περπατάω τα τελευταία μέτρα σ’ ένα στενό πέρασμα και σύντομα βρίσκομαι στην κορυφή του λόφου.

Ένας μικροπωλητής έχει στήσει μια τέντα εκεί και πουλάει κρασί σε πλαστικά ποτήρια. Ο κόσμος που στέκεται στην κορυφή σκουπίζει το μέτωπό του απ’ τον ιδρώτα και πίνει κοφτές γουλιές κρασιού. Από ψηλά, μπορεί κανείς ν’ αγναντέψει ολόκληρη την πόλη, τον επιβλητικό σιδηροδρομικό σταθμό, τις εκκλησίες, την αλέα μπροστά απ’ τη Λυρική. Στέκομαι σε μια άκρη και κοιτάζω τον ορίζοντα. Ένας άντρας με πλησιάζει μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι. Μου δείχνει κάτι πέρα μακριά. «Ακριβώς εκεί, στη γραμμή του ορίζοντα», λέει, «ξεκινάει η πατρίδα μου. Εκεί, είναι η Πολωνία».

Αφήνοντας την Λβιβ

Οι σκακιστές στο πάρκο Ουκρανια

Την ημέρα της αναχώρησης απ’ την Λβιβ περιμένω για κάμποση ώρα τον οδηγό του Uber. Κοιτάζω τα κτήρια απέναντι απ’ το ξενοδοχείο και τις γεωμετρικές σκιές που απλώνει το φως πάνω τους. Αυτά τα κτήρια που ξεπέρασαν την παρακμή τους με την υποστήριξη της Unesco στέκονται ανάλαφρα κάτω απ’ τον καυτό ήλιο. Τα τραμ περνούν από μπροστά τους φορτωμένα επιβάτες κι εξαφανίζονται μέσα σε παχιές σκιές. Η Λβιβ δίνει την εντύπωση μιας θαρραλέας πόλης που  ανθίζει.

Μετά από δέκα λεπτά, ο οδηγός σταματάει μπροστά μου. Είναι ένας άντρας χαμογελαστός που του λείπουν δυο μπροστινά δόντια. Δεν μιλάει καθόλου αγγλικά κι η συνεννόηση βασίζεται στην παντομίμα. Με κοιτάζει απ’ τον καθρέφτη και διηγείται κάτι που δεν καταλαβαίνω. Πού και πού παρεμβάλλεται στην κουβέντα του το όνομα κάποιας χώρας και τότε δείχνει με το δάχτυλο αόριστες επικράτειες δεξιά κι αριστερά: Ρωσία, Πολωνία, Γερμανία. Εκείνες τις στιγμές, έχω την εντύπωση πως για ουκρανικό έδαφος λογαριάζει μόνο το αυτοκίνητό του κι ό,τι μας περιβάλλει είναι ξένη γη.

Είκοσι-πέντε λεπτά αργότερα φτάνω στο αεροδρόμιο. Το κόστος της διαδρομής είναι δύο ευρώ. Προτιμώ ν’ αφήσω σ’ αυτόν τον άντρα ένα μεγάλο φιλοδώρημα απ’ το ν’ αλλάξω τα τελευταία χρήματα στο αεροδρόμιο και να πάρω πίσω πέντε-έξι ευρώ: τα χρήματα πρέπει να εξυπηρετούν τους ανθρώπους, όχι τους απρόσωπους πίνακες της στατιστικής.

Έχω στην τσέπη μου το διαβατήριο και χρήματα για ένα μπουκάλι νερό. Απ’ την αίθουσα αναμονής, κοιτάζω το αστραφτερό αεροπλάνο της Wizz Air. Περιμένω μαζί με τους υπόλοιπους επιβάτες την αναχώρηση. Οι ντόπιοι κάνουν αέρα με τα μπλε διαβατήριά τους. Έπειτα, η πόρτα ανοίγει και προχωράμε κάτω από τον ήλιο για μερικές δεκάδες μέτρα. Το αεροπλάνο της Wizz Air ρουφάει τους επιβάτες κι ό,τι απομένει σε λίγο απ’ τη Λβιβ, είναι η θέα απ’ τα οβάλ παράθυρα: ένα πλουμιστό κέντρο πόλης, σκόρπια προάστια και πεδιάδες, ατελείωτες πράσινες πεδιάδες.


“Η Wizz Air είναι η μεγαλύτερη low-cost αεροπορική εταιρεία της Κεντρικής κι Ανατολικής Ευρώπης, με στόλο 100 Airbus A320 και Α321, προσφέροντας περισσότερα από 600 δρομολόγια από 25 βάσεις κι ενώνοντας 141 προορισμούς σε 44 χώρες. Η Wizz Air προσφέρει 18 δρομολόγια σε 9 χώρες από την Ελλάδα, σε όμορφες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπως η Βουδαπέστη, το Βουκουρέστι, το Λονδίνο κι η Σόφια. Οι τιμές των πτήσεων απ’ την Ελλάδα ξεκινούν απ’ τα 9,99 ευρώ.”


Μικρός οδηγός για την Λβιβ

Διαμονή:

Bank Hotel: Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, είναι το πιο καινούργιο ξενοδοχείο (5*) της πόλης. Στεγάζεται στο κτήριο μιας παλιάς τράπεζας και βρίσκεται στο κέντρο της Λβιβ. Μοντέρνα κι ευρύχωρα δωμάτια, εξυπηρετικό προσωπικό. Πρωινό και wi-fi συμπεριλαμβάνονται στην τιμή των δωματίων.

Φαγητό:

On Shevska: Εστιατόριο στην καρδιά της Λβιβ, ίσως η καλύτερη κουζίνα της πόλης. Τοπικές και διεθνείς γεύσεις, μεγάλη ποικιλία σε κρασιά. Όπως και σ’ ολόκληρη την πόλη, οι τιμές είναι προσιτές.

Bratello: Ιταλικό εστιατόριο, καλή επιλογή για πίτσα και ζυμαρικά. Σε κεντρικό σημείο στην παλιά πόλη.

Doctor Faust: Μικρό καφέ στην παλιά πόλη, εξαιρετικές τοπικές πίτες.

Klein Bottle: Μικρό καφέ-εστιατόριο σε μια στοά κοντά στη Λυρική, εμπνευσμένο απ’ τον μαθηματικό Κλάιν. Ευρωπαϊκή κουζίνα.

Dzyga: Το μποέμικο στέκι της Λβιβ, καφέ και art gallery φιλοξενούνται σ’ έναν χώρο πλάι στον Καθεδρικό. Αξίζει μια επίσκεψη για τις εκθέσεις από ντόπιους κυρίως καλλιτέχνες. Μεγάλη αυλή, τοπική κουζίνα.